ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΑΜΕ ΤΗΝ Α.Λ.Ο.Κ. (ΑΤΥΠΗ ΛΕΣΒΙΑΚΗ ΟΜΑΔΑ ΚΡΗΤΗΣ)

ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ - ΓΙΝΕ ΚΑΙ ΕΣΥ ΕΝΕΡΓΟ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΑΣ ΜΑΣ

http://clubs.pathfinder.gr/lesbiancrete

Πώς αντιδρά ένα ζευγάρι λεσβιών όταν τα παιδιά τους ζητούν να γνωρίσουν τον πατέρα τους;

Πώς αντιδρά ένα ζευγάρι λεσβιών όταν τα παιδιά τους ζητούν να γνωρίσουν τον πατέρα τους; Η Λ. Τσολοντένκο έκανε το προσωπικό της βίωμα ταινία
Της ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
Η αμερικανίδα σκηνοθέτρια του ανεξάρτητου σινεμά Λίζα Τσολοντένκο πιστεύει ότι, «αν μέσα στην οικογένεια υπάρχει αληθινή αγάπη για τα παιδιά, τότε αυτό καθαυτό το πλαίσιο της οικογένειας δεν παίζει κανέναν ρόλο». Δικαιολογημένα, αφού στη νέα της ταινία, τη διασκεδαστική κωμωδία «Τα παιδιά είναι εντάξει», το στόρι εκτυλίσσεται γύρω από μια οικογένεια που μόνο συνηθισμένη δεν είναι.
Δύο λεσβίες -τις οποίες υποδύονται η Τζούλιαν Μουρ και η Ανέτ Μπένινγκ- μεγαλώνουν τα δύο παιδιά τους (Μία Βασικόφσκα, Τζον Χάτσερσον), τα οποία έκαναν από δωρητή σπέρματος (Μαρκ Ράφαλο). Ολα πάνε καλά μέχρι τη στιγμή που οι δύο έφηβοι αναζητούν τον πατέρα τους. Οχι μόνο τον βρίσκουν, αλλά θέλουν να τον βάλουν μέσα στην οικογένειά τους, στην οποία φυσικά αλλάζουν ξαφνικά οι ισορροπίες και οι ρόλοι. Η Τσολοντένκο, την οποία γνωρίσαμε πριν από λίγα χρόνια με την κωμωδία «Μικρές απιστίες», εμπνεύστηκε την ταινία από τη ζωή της. Λεσβία και η ίδια, έκανε πριν από λίγα χρόνια παιδί με τη σύντροφό της με τον ίδιο τρόπο. Στο «Τα παιδιά είναι εντάξει» αντιμετωπίζει την γκέι οικογένεια με βαθιά τρυφερότητα αλλά και με χιούμορ, ισορροπώντας ανάμεσα σε οικείες σκηνές, που θα μπορούσαν να διαδραματίζονται σε οποιαδήποτε οικογένεια.
Η ταινία θα ανοίξει το 16ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, Νύχτες Πρεμιέρας-Conn Χ, στις 15 Σεπτεμβρίου (έως 26) και στη συνέχεια θα βγει στις αίθουσες στις 14 Οκτωβρίου από τη Seven Films. Συναντήσαμε τη Λίζα Τσολοντένκο στο προηγούμενο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, όπου απέσπασε και το βραβείο Teddy.
«Αυτός είναι ο κόσμος μου»
- Πραγματεύεστε τα θέματα της οικογένειας από την οπτική ενός ομοφυλοφιλικού ζευγαριού, συγκεκριμένα δύο λεσβιών. Πώς ξεκίνησαν όλα;
«Εχω γυναίκα σύντροφο. Πριν από λίγα χρόνια θέλαμε να κάνουμε παιδί και αναρωτιόμασταν ποια ήταν η καλύτερη λύση, δηλαδή αν θα χρησιμοιούσαμε το σπέρμα ενός φίλου μας ή αν θα απευθυνόμασταν σε έναν ανώνυμο δότη. Καταλήξαμε στη δεύτερη επιλογή. Σήμερα έχουμε με τη σύντροφό μου ένα αγοράκι τεσσάρων ετών. Αυτό που βλέπετε στην ταινία είναι ο... κόσμος μου. Φυσικά, η ζωή μου δεν είναι τόσο τετραγωνισμένη. Αλλά είναι οι σκέψεις που έκανα εκείνη την περίοδο που επιθυμούσα ένα παιδί. Αναρωτιόμουν τι θα αντιμετωπίσει όταν θα γίνει 18 χρόνων, όταν ενδεχομένως θα σηκώσει το τηλέφωνο και θα πει σε έναν άγνωστο άντρα "είσαι ο δωρητής μου, θα ήθελες να γνωριστούμε;"»
- Και, όταν στ' αλήθεια έρθει εκείνη η στιγμή, πώς θα το αντιμετωπίσετε;
«Φυσικά, θα στηρίξω τον γιο μου σε ό,τι αποφασίσει».
- Αυτή είναι η συνήθης διαδικασία; Το παιδί έχει δικαίωμα να αναζητήσει τον δωρητή σπέρματος;
«Εξαρτάται από πού παίρνεις το σπέρμα. Εμείς πήγαμε σε ένα μεγάλο και γνωστό ινστιτούτο, το "California Cryobank". Ακολουθεί αυτή την πολιτική, δηλαδή δίνει στα στοιχεία του δωρητή, όταν ζητηθούν από το παιδί. Νομίζω τελικά ότι αυτό επιθυμούν τα περισσότερα παιδιά. Την εποχή που έγραφα το σενάριο, είχε ανοίξει μεγάλη συζήτηση στην Αμερική γι' αυτό το θέμα, για το αν είναι σωστό αυτά τα παιδιά να αναζητούν, όταν ενηλικιώνονται, τους βιολογικούς γονείς ή τα ετεροθαλή αδέρφια τους».
- Τελικά, όμως, στην ταινία αποκλείετε τον δωρητή σπέρματος, δηλαδή τον Μαρκ Ράφαλο, από την οικογένεια. Μήπως επειδή αυτό θα συνέφερε και εσάς την ίδια;
«Είναι, όμως, δικαιολογημένο μία από τις δύο μητέρες να γυρίσει και να πει στον δωρητή ότι δεν μπορεί να μπαίνει στη ζωή τους σαν... αεροπειρατής. Δεν του ζητήθηκε άλλωστε ποτέ να μπλεχτεί στην ανατροφή των παιδιών. Η δική του ευθύνη ήταν μια επαγγελματική συναλλαγή. Ενιωθα ότι έπρεπε η μία μητέρα να του πει "φίλε, κάνε πίσω, άντε γαμήσου". Βέβαια, από εκεί και πέρα, δεν ξέρεις πώς συνεχίζεται η πραγματική ζωή. Είναι πιθανόν τα παιδιά να διατηρήσουν μια επαφή με τον δωρητή. Εχουν κάθε δικαίωμα».
- Και σε άλλες ταινίες σας, όπως το «High Art», σας απασχολούν θέματα σεξουαλικότητας...
«Φυσικά, γιατί αυτά με απασχολούν ως άνθρωπο. Τα τελευταία χρόνια άλλωστε βλέπουμε ότι η έννοια της οικογένειας αλλάζει. Βέβαια θεωρώ ότι ανέκαθεν υπήρχαν εναλλακτικές οικογένειες, αλλά δεν τις γνωρίζαμε. Τώρα απλά δεν μας φαίνεται τόσο φοβερό το να ακούσουμε ότι δύο λεσβίες απέκτησαν παιδί. Νομίζω ότι γενικά ως κοινωνία προσπαθούμε να βρούμε πιο δημοκρατικούς τρόπους για να στήσουμε μια οικογένεια και πειραματιζόμαστε με το ποιος μπορεί να ηγηθεί μιας οικογένειας. Οι αξίες αλλάζουν. Ισως είναι για καλό. Είναι σίγουρα πιο δημοκρατικό».
- Ηταν δύσκολο να πείσετε την Τζούλιαν Μουρ και την Ανέτ Μπένινγκ να υποδυθούν τις λεσβίες;
«Την Τζούλιαν τη γνωρίζω πολλά χρόνια. Οταν της είχα πει ότι ετοιμάζω μια τέτοια ταινία, μου είχε πει από μόνη της να την περάσω από οντισιόν. Ετσι, όταν τελείωσα το σενάριο, της το έστειλα. Δέχθηκε αμέσως. Η μεγαλύτερη πρόκληση στη συνέχεια ήταν να βρω το κινηματογραφικό της ταίρι. Για μένα ήταν πολύ σημαντικό να βγάζουν χιούμορ οι ηθοποιοί. Είχα ξετρελαθεί με την ερμηνεία της Ανέτ Μπένινγκ στο "American beauty". Είχε αυτή τη φοβερή ισορροπία ανάμεσα στο πάθος, την τραγωδία και την κωμωδία. Και άρχισα να τις φαντάζομαι ως ζευγάρι...»
«Δεν είμαι εκπρόσωπος των γκέι»
- Νιώσατε ένα είδος ευθύνης απέναντι στην γκέι κοινότητα;
«Δεν θεωρώ ότι θα ήταν η σωστή οπτική γωνία αν, γράφοντας το σενάριο, είχα στο μυαλό μου το τι θα σκεφτούν οι γκέι. Με καθοδήγησαν οι δικές μου σκέψεις. Ενας σκηνοθέτης, είτε είναι γκέι είτε στρέιτ, δεν εκπροσωπεί κανέναν. Ούτε πρέπει να εκμεταλλεύεται κοινότητες ή συγκεκριμένους ανθρώπους. Αν τελικά υπάρχει κάτι πολιτικό σε αυτήν την ταινία, είναι το γεγονός ότι υπερβαίνει την πολιτική. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου να γίνω η εκπρόσωπος των γκέι μέσα από το σινεμά μου».
- Πιστεύετε ότι, αν κάνατε την ταινία δράμα και όχι κωμωδία, θα είχε διαφορετική αποδοχή; Θα ήταν ενδεχομένως περισσότερο τολμηρή και σοκαριστική;
«Οχι. Αλλωστε θεωρώ ότι η ταινία αρέσει στον κόσμο επειδή ακριβώς είναι κωμωδία. Γιατί έτσι δεν τα παίρνεις και πολύ στα σοβαρά τα πράγματα. Ολοι αυτοί οι χαρακτήρες έχουν και μια αστεία πλευρά. Γελάνε μεταξύ τους κι εμείς γελάμε με αυτούς. Νομίζω ότι, αν την έκανα σούπερ δραματική, η ταινία θα έπεφτε στην παγίδα της πολιτικής ορθότητας. Δεν θα ήθελα καθόλου κάτι τέτοιο. Ηθελα να κάνω μια ταινία αστεία, φρέσκια, ελαφριά, που να μπορείς να πας να τη δεις με τη μαμά σου ή με τα παιδιά σου. Εντάξει, παραδέχομαι ότι είναι λίγο εκτός των συνηθισμένων και λίγο αβανγκάρντ, αλλά τελικά όχι και τόσο ώστε να ντρέπεσαι όταν τη βλέπεις».
Πηγή: Ελευθεροτυπία